Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από τη στρατόσφαιρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Από τη στρατόσφαιρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το σακίδιό μου




















Όχι, δεν είμαι λυπημένος.

Κι αν πέρασα σκυφτός την πύλη
αυτή την τελευταία φορά,
είναι επειδή το σακίδιό μου
ήταν πολύ πιο γεμάτο
απ’ όσο μπορούσε κανείς να δει.

Όχι, δεν είμαι λυπημένος.



Τετάρτη, 24/3/2010, Σ.Σ.Ε.

Το κόκκινο μπουφάν



Σάββατο, 12/12/2009
(Τελευταίο βράδυ στα Ρίζια.)


Διπλές στρατιωτικές μάλλινες κάλτσες μέσα σε παπούτσια πολιτικά
που μετρούν βήμα-βήμα το βάθος τού χιονιού.
Ένα χιόνι βιαστικό που ήρθε να με προλάβει χτες το βράδυ,
μαζί με τούς νέους.

Σκυφτός εγώ, με το βλέμμα πάνω στο στρωμένο πεζοδρόμιο,
επιστρέφοντας για τελευταία φορά από έξω,
και με το μυαλό γεμάτο αποχαιρετισμούς.

Όλα γύρω στολισμένα˙ χρωματισμένη Χριστούγεννα η νύχτα˙
και πίσω από μια αδιαφανή τζαμένια πόρτα,
σ’ ένα από τα τελευταία σπίτια τού χωριού,
η φωνή ενός μικρού κοριτσιού:

- Μαμά, ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;

Ένα χαμόγελο στο πρόσωπό μου, γιατί κλεισμένος καθώς είμαι μέσα στο κατακόκκινο μπουφάν μου, μαντεύω τη δεύτερη σκέψη μέσα στο παιδικό μυαλό…

Κι αναρωτιέμαι:

- Μα καλά, πότε πρόλαβαν να μακρύνουν από το πρωί; 

Μια κυριακάτικη Δευτέρα





Λόγια που αισθάνθηκα στις 19 / 9 / 2009
(μια μέρα πριν τα 25α γενέθλιά μου),
σε μια από τις πρώτες-πρώτες,
αν όχι μάλιστα την πρώτη,
εξόδους μου στην Ορεστιάδα.

τα έκανε εικόνα με το δικό του συναίσθημα.

Βλαντ, σ’ ευχαριστώ ακόμη μια φορά για τη συνεργασία.
Και αν ποτέ τα πράγματα αρχίσουν να γίνονται πιο σοβαρά,
και πάλι εσένα θα φωνάξω να καθαρίσεις…

Karakasim




Πέμπτη, 5 / 11 / 2009

Ποιο κάρμα ξέρει άραγε γιατί,
ενώ βρισκόμουν ως ΔΒ στο ΚΔΠ τής Μοίρας
εν μέσω τής άσκησης "Βαλλίστρα",
και εξέταζα τούς υπάρχοντες χάρτες βολής,
την προσοχή μου τράβηξε η ονομασία αυτή,


...αυτή η αντιδιαστολή:

ΟΡΕΣΤΙΑΣ - ΚΑΡΑΚΑΣΙΜ

Το σκοινί





Θα οπλιστώ με υπομονή
και θ’ αγοράσω ένα σκοινί
για να απλώσω μία-μία
κάθε μικρή μου αδυναμία…

για να στραγγίξει η μουσκεμένη μου ψυχή.



Παρασκευή, 9 / 10 / 2009,
Επιστροφή απ’ το Κουφόβουνο στα Ρίζια.


Αντιμεταθέσεις τής ίδιας μοναξιάς




















Δευτέρα, 22/02/2010, Σ.Σ.Ε.

Όλοι φεύγουν ξαφνικά.
Ξαφνικά όλοι φεύγουν.
Φεύγουν όλοι ξαφνικά.

Όπως και να το πεις,
μόνος θα μείνεις.






Photo credts: Προσωπικό αρχείο
 

Επισκεπτήριο
























23 / 8 / 2009, 16:27, ΚΕΠΒ (Θήβα)

Επισκεπτήριο, στη σειρά,
όλοι για μία αγκαλιά
και πάλι πίσω.
Να πάρω μόνο μια στιγμή
για να ξορκίσω την ποινή
που έχω να εκτίσω.


Wstawać!























22 / 8 / 2009, 06:55, ΚΕΠΒ (Θήβα)

Τέτοια ώρα
εκεί έξω,
δεν τούς νοιάζουν τα εγερτήρια
και τα μικρά-μικρά μυστήρια:
πώς να ξεπλύνεις από πάνω σου το χτες
για ένα καινούργιο τώρα.

κόκκινο



γύρω σου γκρίζο 
σκυρόδεμα

κι εσύ ποτίζεις με 
οινόπνευμα

για να φουντώσει το
 
κόκκινο

των τριανταφύλλων




17 / 10 / 2009, εν ώρα φρουράς (Ρίζια)

Ο άδειος φοριαμός




Στιγμή μοναχική, με το κλειδί στην πόρτα. Τελετουργικό εξαγνισμού. Η απέκδυση μιας προσωπικότητας και η ανάκτηση μιας άλλης. Σαν τον κλόουν που ξεβάφεται στο καμαρίνι, για να αποκαλύψει στο τέλος το πραγματικό του πρόσωπο. Έτσι κι εγώ τώρα, μέσα στο δωματιάκι που πέρασα τόσα και τόσα βράδια τούς τελευταίους μήνες, βγάζω από πάνω μου πρώτα το χιτώνιο, ύστερα το φανελάκι, μετά τα άρβυλα και το παντελόνι. Ξεκλειδώνω το λουκετάκι τού φοριαμού, και τραβάω την πόρτα αργά-αργά, έτσι για ν’ ακουστεί τελευταία φορά το γνώριμο μεταλλικό τρίξιμο. Κατεβάζω την κρεμάστρα με τα ρούχα τού πριν, τα χρωματιστά, και με μεθοδικότητα τα ντύνομαι ένα-ένα. Φροντίζω να επιλέξω το κατάλληλο κασκόλ, και βάζω πάντα στο τέλος λίγο από το άρωμά μου το ιδιωτικό, γιατί αυτό είναι που εδραιώνει τελικά την παρουσία μου. Αν κάτι μένει πίσω μου εξάλλου, είναι αυτό... Αέρας. 

Πιο άδειος από ποτέ ο φοριαμός μου. Μίζερος, θα ‘λεγες. Κρεμάστρες μόνες. Παρέδωσα ήδη, πριν από κάποιες ώρες, το κράνος και την εξάρτισή μου. Έφυγαν κι αυτά. Είχα καιρό άλλωστε να τα χρησιμοποιήσω, αφού από τότε που τελείωσε η εμπλοκή, δεν είχα πατήσει το πόδι μου σε αναφορά ή φρουρά τού Λόχου, και η δουλειά στο Υπασπιστήριο δεν απαιτούσε ευτυχώς τέτοια αξεσουάρ. Γέμιζαν, όμως, πολύ όμορφα τον φοριαμό μου όπως τα είχα τακτοποιημένα. Περιέργως όμως, όταν τα μάζευα σε μια σακούλα για να τα επιστρέψω, αισθανόμουν σα να κρατώ στα χέρια μου κειμήλια ενός άλλου. Σα να μην ήμουν εγώ αυτός που τα έζησε. Φαντάσου, εγώ που τόσο δένομαι με τα αντικείμενά μου. Και ξαφνικά μια ανόητη περηφάνια μέθυσε το βλέμμα μου. Μια απ’ αυτές που έχουν όσοι δεν ξέρουν πώς είναι τα πράγματα και πώς γίνονται. Και συλλογίστηκα τον γιο μου, και τον θαύμασα προκαταβολικά. Τα κατάφερε, ο μπαγασάκος, είπα μέσα μου. Την πάλεψε τελικά. Να μάθω άλλη φορά να τον εμπιστεύομαι περισσότερο. 

Είδες, παραλίγο να ξεχαστώ. Πριν βάλω στο βαλιτσάκι μου την παραλλαγή, πρέπει να φροντίσω για το κατόπιν. Να διασφαλίσω τη συνέχεια. Βγάζω λοιπόν από την τσέπη τού χιτωνίου τον μικρό χαλκά με τα κλειδιά. Πρέπει να παραδώσω το κλειδί τού φοριαμού στα χέρια τού επόμενου, όπως ακριβώς μού παραδόθηκε κι εμένα από τα χέρια τού προηγούμενου. Λέω να παίξω, όμως, ένα τελευταίο παιχνίδι στην ανάγκη μου για νοσταλγία. Λέω εκείνες τις φωτογραφίες μου που έχω κολλήσει από τη μέσα μεριά τής πόρτας να μην τις ξεκολλήσω. Πού ξέρεις, μπορεί κάποτε να γυρίσω για κάποιον λόγο, και να τις βρω πάλι εκεί, απείραχτες. Κι αν έχει περάσει πολύς καιρός, μόνο το χαρτί θα ‘χει λιγάκι κιτρινίσει.... Ε, κι αν μού ‘χουν ζωγραφίσει μουστάκια και γυαλιά οι επόμενοι, τι πειράζει!

Η πομπή



Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010. Μεσημέρι. Στο μεγάλο γραφείο τού Υπασπιστηρίου, μπροστά από τη μαύρη οθόνη τού υπολογιστή που με λέξεις λευκές κι αργόσυρτες μού υπενθυμίζει:

«Να κρατιέσαι σ’ ένα αντίο δε λέει πολλά. Δεν κρατιέσαι στην παρουσία έτσι, αλλά στη στιγμή τής αποχώρησης. / Elizabeth Bibesco».

Ηρεμία. Ο Στρατηγός, κάπου εκτός. Ο Λοχαγός, άρρωστος στο σπίτι εδώ και μέρες. Οι δύο νεούληδες έφυγαν πριν από λίγο. Ο μαλακάκος μου πήγε για λίγο στο κουζινάκι να φτιάξει καφέ. Εκείνος έχει υπηρεσία σήμερα. Κι εγώ πρέπει να φύγω σε λίγο. Έχω την τελευταία μου έξοδο. Σε λίγο. Τώρα αφαιρούμαι. Παραδίνομαι, σχεδόν ηδονικά και μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα, στη θάλασσα που ανοίγεται στο βάθος μπροστά μου, έξω από το παράθυρο. Και στην όχι και τόσο μακρινή ανάμνηση παραδίνομαι των αμέτρητων νυχτών μου ως σκοπός Διοικητηρίου. Τότε που για να μη με πάρει ο ύπνος πάνω στο τραπεζάκι τού σκοπού, έβγαινα για λίγο έξω από το Διοικητήριο, τεντωνόμουν ηγεμονικά μέσα στη σκοτεινή μοναξιά μου, και δεχόμουν κατά πρόσωπο το αλμυρό νυχτερινό αεράκι. Ονειρευόμουν Ελευθερία τότε. Ήταν κι αυτή η μουρμουριστή ροή από μικρά πολύχρωμα φωτάκια που κατέκλυζαν τη Βάρης-Κορωπίου. Μπορούσα να τα διακρίνω καθαρά στο βάθος, πίσω από την περίφραξη. Ονειρευόμουν Ζωή τότε. Κι έπειτα, ήρεμα-ήρεμα επέστρεφα πίσω στο τραπεζάκι τού σκοπού.

Η μεσημεριάτικη ονειροπόλησή μου δεν άργησε να πάρει ρυθμό:
«Εν-δυο, εν-δυο... Ψηλά το χέρι, κακομαθημένοι!».
Είναι οι πρόβες των Ευέλπιδων για την παρέλαση τής 25ης. Παρελαύνουν τώρα σε παράταξη, πίσω από το τζάμι μου, κάτω στο δρομάκι τής Σχολής. Μικρά παιδιά εκείνοι. Όπως κι εγώ κάποτε. Που μπορεί να μη συμμερίζομαι τα όνειρά τους, αλλά έχουν... Όπως κι εγώ κάποτε. Κι από την εν κινήσει πομπή των Ευέλπιδων κάτω στον δρόμο, μεταβαίνω με ένα κινηματογραφικό fade-to-white σ’ άλλες ηλιόλουστες μέρες, μάλλον στατικές και κάπως ξεθωριασμένες πια στη μνήμη μου. Πάω πίσω στις μέρες μου τού Αυγούστου. Ίδια ακούγονται μες στο μυαλό μου τα παραγγέλματα μ’ εκείνα τώρα κάτω στον δρόμο. Ξανατυλίγω την μπομπίνα, κι απ’ την αρχή προβάλλω μέσα μου στιγμιότυπα το ένα πλάι στο άλλο: Θήβα – Ρίζια – Κουφόβουνο – Βάρη. Ένα road movie απ’ αυτά που αγαπώ. Μια μεγάλη διαδρομή. Μια διαδρομή επιβεβλημένη που εξ αρχής καταλύει κάθε έννοια αυτοδιάθεσης. Αυτό είναι ο Στρατός για ‘μένα. Η εμπειρία τού στρατού όμως, ήταν άλλο. Και ήταν πρόσωπα και προσωπικότητες˙ εμπλουτιστικές διαφορετικότητες... Παιδιά αβέβαια, κι άλλα πάλι σίγουρα για το πού πηγαίνουν. Παιδιά μορφωμένα, φιλόδοξα, ακούραστα. Παιδιά άδεια, παραιτημένα. Άλλα, παιδιά παρατημένα. Άλλα αλάνια, σημαδεμένα. Παιδιά ευαίσθητα, κι άλλα πιο ευαίσθητα. Παιδιά που έψελναν, τα βράδια, μυστικές προσευχές. Fashion τυπάκια και καλογυμνασμένοι αθλητές που έμεναν κρυμμένοι κάτω από τη χακί ομοιομορφία. Παιδιά που έλεγαν, κι άλλα κάπως σιωπηλά. Παιδιά που την είχαν ακούσει, κι άλλα που χαιρόσουν να τ’ ακούς. Φιλαράκια που ήρθαν για να μείνουν, και κάποιοι απ’ τούς άλλους. Εκείνους που θλίβομαι να ονομάζω ‘αναλώσιμους’. Φίλους ‘μιας χρήσεως’ που γρήγορα τελειώνουν. Τα άτομα τής μιας στιγμής, τής μιας κουβέντας, τού ενός χαμόγελου. Οι πρόσκαιροι. Οι παροδικοί. Οι γοητευτικοί περαστικοί τής ζωή μας.

Συλλογή εικόνων και συναισθημάτων. Κι αλήθεια, πόσο τυχερός στάθηκα που πήρα τόσα! Όσα χρειαζόμουν για να στοκάρω κάποιες μικρές ρωγμές, τα κέρδισα. Ενστικτωδώς μαχόμενος, μέχρι το τέλος. Και γι’ αυτό, περήφανος αποχωρώ. Για όπλο είχα αυτή τη γαμημένη, απροσποίητη Αγάπη που αναβλύζει από το στέρνο μου. Γιατί τη νιώθω εκεί τη διαρροή, ποιος ξέρει; Σταθερή μου αγωνία: έδωσα τίποτα εκμεταλλεύσιμο σε κανέναν; Και γιατί έχω αυτή την έμμονη αξίωση να με θυμούνται;

Εν-δυο, εν-δυο, ακούω να πλησιάζουν συρόμενα τα βήματα τού Μάριου που έρχεται από το κουζινάκι. Μού τον ανήγγειλε εξάλλου, προπορευόμενη, η μυρωδιά τού ζεστού ελληνικού που κρατάει στα χέρια του.

- «Δε θα φύγεις εσύ, ρε man;»

- «Ναι, ρε παλικαράκι.
Σε λίγο...»