Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Corsica. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Corsica. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μακί


Καινούργιες λεπτομέρειες εμφανίζονταν καθώς πλησιάζαμε την ακτή: οροσειρές, κορφοβούνια, γκρεμοί, ακρωτήρια, και οι σκιές που έριχναν οι κορυφές πάνω στη θάλασσα. Λίγα όμως τα έργα από χέρι ανθρώπου, λίγα τα σπίτια, λίγες οι καλλιέργειες κι οι δρόμοι. Μονάχα ένας φάρος και ένα παλιό παρατηρητήριο υψώνονταν στα îles Sanguinaires, εκείνη την αρμαθιά από ερημικά νησάκια που φαίνεται ριγμένη σαν προπύργιο στον κόλπο τού Αιακείου. Τότε ήταν που μας ήρθαν οι πρώτες μυρωδιές του μακί, μαζί με ένα ζεστούτσικο αεράκι γης. Είναι το άρωμα ολόκληρης της Κορσικής, ένα γλυκόπικρο άρωμα που θυμίζει θα λέγαμε θυμίαμα, μεθυστικό ύστερα από τη βροχή, σα ναρκωτικό. Το μακί είναι μια πυκνή ζούγκλα από φυτά και αρωματικούς θάμνους: κουμαριές, μυρτιές, κίσθους και σκίνα, δεντρολίβανο, λεβάντα και θυμάρι. Καλύπτει όλον τον τόπο εκτός από τα καλλιεργημένα χωράφια και τα δάση. […] Δε χρησίμευσε ίσως ποτέ σε κάτι σπουδαίο, πέρα από καταφύγιο για ληστές και για διάφορες ομάδες που, μέσα στην ταραχώδη ιστορία της Κορσικής, έρχονταν σε ρήξη με τις τοπικές αρχές. Αποτελεί ωστόσο δυνατή και σταθερή αγαλλίαση: κοιμάσαι και ξυπνάς με το απαράμιλλο άρωμά του. Ο Ναπολέων το νοσταλγούσε όταν ολοκλήρωνε την εξόριστη ζωή του στην Αγία Ελένη, και η πληγωμένη υπερηφάνεια του έβρισκε παρηγοριά στην ανάμνηση όχι των παλατιών και των θριάμβων του, αλλά του αρώματος που είχε το μακί της παιδικής του ηλικίας. […]



Κατεβήκαμε τη γέφυρα του πλοίου και βρεθήκαμε στη μέση ενός πλήθους με ηλιοκαμένο δέρμα και ζωηρή ματιά: ακλόνητες ηλικιωμένες με μαύρες φούστες, μαύρα παπούτσια κι ένα μαύρο μαντήλι σφιχτοδεμένο κάτω απ’ το πηγούνι, φιλούσαν τους γιους τους που επέστρεφαν με κοστούμι της πόλης και φανταχτερή γραβάτα. Το φως θύμιζε το ρόδινο χρώμα ενός γινωμένου φρούτου. Ο αέρας ήταν φορτωμένος ανακατωμένες μυρωδιές: το μακί, ο καπνός από το ξύλο, η θαλασσινή αλμύρα, τόσο που αισθανόμουν ένα δυνατό ναρκωτικό να κυριεύει τα πνευμόνια μου.



Αποσπάσματα από το Granite Island, a portrait of Corsica
της Dorothy Carrington. (Longman Group Limited, London, 1971)
Η μετάφραση είναι δική μου.

Στο βίντεο ακούμε τον Jean-Luc Geronimi από το συγκρότημα A Filetta,
στο πολύτιμο À Sergiu 
(Στίχοι: Michele Frassati / Μουσική: Ghjuvan-Claudiu Acquaviva).

A parolla casale / Η λέξη σπιτικό


A parolla casale

Di quale sò
Tutte e mure chjuccute
Da sottu à a lamaghja
À palisà ricordi ?

Di quale sò
E facce senza nome
Infattate à disgrazia
À u francà di i chjassi ?

Di quale sò
I mughji scurticati
Trascinati da l’ore
In li mio ghjorni corci ?

Ma di quale hè
A parolla casale
Ch’ellu hà strappatu à l’ombra
L’oziu di u mio pensà ?




Η λέξη σπιτικό

Πούθε να έρχονται
όλοι ετούτοι οι πεισματάρηδες τοίχοι
που κάτω απ’ τη σκουριά
προδίδουν αναμνήσεις;

Πούθε να έρχονται
τούτα τα πρόσωπα δίχως όνομα
τ’ ανταμωμένα κατά τύχη
στο διάβα των μονοπατιών;

Πούθε να έρχονται
οι γδαρμένες κραυγές
που κρατάνε για ώρες
μες στις νωθρές μου μέρες;

Πούθε να έρχεται
η λέξη σπιτικό
που ξερίζωσε απ’ τη σκιά
η αδράνεια της σκέψης μου;



Ποιητής: Ghjacumu Thiers (Bastia, 1945).
Ποίημα από τη συλλογή L’arretta bianca (Albiana, 2006).

© Μετάφραση από τα Κορσικανικά:
Δημήτρης Αναγνωστόπουλος


Merezi / Απόσκια


Merezi

St’ora hè di sciloccu,
e persiane sgrignate
indiscretamente.
Brusgia l’umule di u saccone
sempre un po’ sticchitu,
e lesine si infilzanu
à cosge brame mute,
e to labre sò viaghji
è i sguardi marosuli
quandu pigliemu l’altu
è franchemu i merezi. 


 


Απόσκια

Είναι η ώρα τού σιρόκου
και των μισάνοιχτων περσίδων
αδιακρίτως.
Καίει το αφράτο τού αχυροστρώματος,
πάντα λιγάκι τραχύ,
και βελόνες περνούν ανάμεσα
να ράψουν πόθους βουβούς,
και τα χείλη σου είναι ταξίδια
κι οι ματιές κύματα
ενώ ξανοίγουμε
και διασχίζουμε τ’ απόσκια.




Ποιητής: Ghjacumu Thiers (Bastia, 1945).
Ποίημα από τη συλλογή L’arretta bianca (Albiana, 2006).

© Μετάφραση από τα Κορσικανικά:
Δημήτρης Αναγνωστόπουλος