Η ζωή σου θα γίνει ωραία
και ασφαλής όταν η ζωντάνια σημαίνει για ‘σένα περισσότερα απ’ τη σιγουριά· η
αγάπη περισσότερα απ’ το χρήμα· η ελευθερία σου περισσότερα απ’ τη γραμμή του κόμματος
ή την κοινή γνώμη· όταν η ψυχική διάθεση του Μπετόβεν ή του Μπαχ γίνει ψυχική
διάθεση του εαυτού σου (την έχεις μέσα σου αυτή τη διάθεση, Ανθρωπάκο, θαμμένη
βαθιά σε μια γωνιά της ψυχής σου)· όταν οι σκέψεις σου είναι σε αρμονία, και όχι
σε διάσταση, με τα αισθήματά σου· όταν θα είσαι σε θέση να καταλαβαίνεις νωρίς
τα προτερήματά σου και να αναγνωρίζεις έγκαιρα τα γηρατειά σου· όταν θα κάνεις
πρότυπο της ζωής σου τις σκέψεις των μεγάλων ανθρώπων και όχι τα εγκλήματα των
μεγάλων πολεμιστών· όταν οι δάσκαλοι των παιδιών σου πληρώνονται καλύτερα απ’ τους
πολιτικούς· όταν θα έχεις μεγαλύτερη εκτίμηση για τον έρωτα μεταξύ άντρα και γυναίκας
και λιγότερο για την άδεια γάμου· όταν θ’ αναγνωρίζεις τα σφάλματά σου έγκαιρα,
κι όχι πολύ αργά όπως σήμερα· όταν θα ανυψώνεσαι ακούγοντας την αλήθεια και θα
νιώθεις τρόμο για τις τυπικότητες· […]
Θα χρειαστεί μια μέρα να τη
συζητήσουμε, εσύ κι εγώ, αυτή την ιστορία που τη λένε αγάπη. Γιατί, ειλικρινά,
δεν έχω καταλάβει ακόμα τι σημαίνει αυτό το πράγμα. Υποψιάζομαι πως πρόκειται
για μια τεράστια απάτη, που την επινόησαν για να μας τραβάνε από τη μύτη και να
μας αποκοιμίζουν. Για αγάπη μιλάνε οι παπάδες, οι διαφημιστικές πινακίδες, οι
άνθρωποι των γραμμάτων, οι πολιτικοί, αυτοί που κάνουν έρωτα. Και μιλώντας για
αγάπη, παρουσιάζοντάς την σαν τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε τραγωδίας, πληγώνουν,
προδίνουν, δολοφονούν, την ψυχή και το σώμα. Μισώ αυτή τη λέξη που τη συναντάς
παντού, σε όλες τις γλώσσες. […] Και δεν ξέρω αν σ’ αγαπώ. Δε σε σκέφτομαι από
τη σκοπιά της αγάπης. Και τον πατέρα σου, το ίδιο: όσο το συλλογίζομαι, τόσο πιο
πολύ πιστεύω ότι δεν τον αγάπησα ποτέ. Τον θαύμασα, τον πόθησα, αλλά για να τον
αγαπήσω… αυτό όχι. Όχι περισσότερο από ό,τι και εκείνους που υπήρξαν πριν από
αυτόν, απογοητευτικά ομοιώματα μιας αναζήτησης που αποτύγχανε πάντα. Απέτυχε;
Χρησίμεψε πάντως και σε κάτι: με έκανε να καταλάβω ότι τίποτα δεν απειλεί τόσο
την ελευθερία, όσο η ανεξήγητη έλξη που νιώθει ένα πλάσμα για ένα άλλο˙ λόγου
χάρη μια γυναίκα για έναν άντρα, ένας άντρας για μια γυναίκα. Δεν υπάρχουν
δεσμά, αλυσίδες ή κάγκελα που να σε κρατάνε σε πιο τυφλή σκλαβιά, σε πιο
απελπισμένη αδυναμία. Και αλίμονο σε όποιον, στο όνομα αυτής της έλξης,
προσφέρει τον εαυτό του σε κάποιον άλλο: το μόνο του όφελος είναι να χάσει τα
δικαιώματά του, την αξιοπρέπειά του, την ελευθερία του. Σαν σκυλί που πνίγεται,
προσπαθείς μάταια να φτάσεις σε μιαν ανύπαρκτη ακτή, την ακτή που ονομάζεται
Αγαπώ και Αγαπιέμαι, και τελικά σ’ εξουθενώνει η κοροϊδία, η απογοήτευση. Στην
καλύτερη περίπτωση, καταλήγεις ν’ αναρωτηθείς τι σ’ έσπρωξε να ριχτείς στο
νερό. Η δυσαρέσκεια για τον εαυτό σου; Η ελπίδα ότι θα βρεις μέσα σου κάτι που
δεν το είχες ανακαλύψει; Ο φόβος της μοναξιάς, της πλήξης, της σιωπής; Η ανάγκη
να κατακτήσεις και να κατακτηθείς; Μερικοί πιστεύουν ότι αυτό είναι η αγάπη.
Φοβάμαι όμως πως είναι κάτι πολύ λιγότερο: μια πείνα, που, όταν κορεστεί, σου
φέρνει δυσπεψία. Εμετό. Κι όμως, πρέπει κάτι να υπάρχει, που θα μπορέσει να μου
φανερώσει το κρυφό νόημα της καταραμένης αυτής λέξης. Κάτι πρέπει να υπάρχει,
που θα με βοηθήσει να καταλάβω τι είναι και πώς είναι. Αισθάνομαι τόση ανάγκη,
τόση δίψα. Κι αυτή μου η ανάγκη, η δίψα μου, με κάνει να σκέφτομαι: ίσως η
μητέρα μου είχε δίκιο όταν έλεγε πως αγάπη είναι αυτό που νιώθει μια μάνα όταν
παίρνει στην αγκαλιά της το παιδί της και το βλέπει τόσο ανυπεράσπιστο, τόσο
αφοπλισμένο, τόσο μόνο.
Ένας άνεμος ερωτικός φυσάει απάνω στη Γης, ίλιγγος κυριεύει όλα τα ζωντανά και σμίγουν στη θάλασσα, στις σπηλιές, στον αγέρα, κάτω από το χώμα, μεταγγίζοντας από κορμί σε κορμί μια μεγάλη ακατανόητη αγγελία.
Μάχη.
Μια αγκαλιά.
Και θες να λιώσεις τον άλλο μέσα σου.
Ένα φιλί.
Και θες να ρουφήξεις όλη του την ψυχή.
Επικράτηση.
Ώσπου να γίνει ο άλλος εσύ.
Ή -έστω- εσύ να γίνεις ο άλλος.
Ανάλωση.
Οτιδήποτε λιγότερο δεν αρκεί.
Αγάπα το σώμα σου ˙ μονάχα με αυτό στη Γης ετούτη μπορείς να παλέψεις και να πνεματώσεις την ύλη.
Αγάπα την ύλη ˙ απάνω της πιάνεται ο Θεός και πολεμάει. Πολέμα μαζί Του.
Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν’ αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθε μέρα. Η ανώτατη αρετή δεν είναι να ‘σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία.
Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: «Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;» Πολέμα!
Κάποιες μέρες φωτίζονται από μικρά πράγματα. Ασήμαντα πραγματάκια που σε κάνουν ευτυχισμένο ˙ ένα μεσημέρι που θα το περάσεις ψαχουλεύοντας, ένα παιχνίδι που θα ξεπηδήσει μέσα από τα παιδικά σου χρόνια πάνω στον πάγκο ενός παλαιοπωλείου, ένα χέρι που θα δεθεί με το δικό σου, ένα τηλεφώνημα εκεί που δεν το περιμένεις, μια γλυκιά κουβέντα, το παιδί σου που θα σε πάρει αγκαλιά χωρίς να ζητάει τίποτα άλλο πάρα μόνο μια στιγμή αγάπης. Κάποιες μέρες φωτίζονται από μικρές στιγμές ευλογίας, μια μυρωδιά που θα δώσει στην ψυχή σου χαρά, μια ηλιαχτίδα που θα μπει απ’ το παράθυρο, ο θόρυβος της καταιγίδας ενώ εσύ βρίσκεσαι ακόμη στο κρεβάτι, τα χιονισμένα πεζοδρόμια ή ο ερχομός της άνοιξης μαζί με τα πρώτα της βλαστάρια.
Il y a des journées illuminées de petites choses, de riens du tout qui vous rendent heureux ; un après-midi à chiner, un jouet qui surgit de l’enfance sur l’étal d’un brocanteur, une main qui s’attache à la vôtre, un appel que l’on attendait pas, une parole douce, votre enfant qui vous prend dans ses bras sans rien vous demander d’autre qu’un moment d’amour. Il y a des journées illuminées de petits moments de grâce, une odeur qui vous met l’âme en joie, un rayon de soleil qui entre par la fenêtre, le bruit de l’averse alors qu’on est encore au lit, les trottoirs enneigés ou l’arrivée du printemps et ses premiers bourgeons.
Κάθε άνθρωπος νοσταλγεί το παρελθόν του και ό,τι αυτό συνεπάγεται και κυρίως γιατί συνδέεται με τα νιάτα του και τα νιάτα είναι η άνοιξη της ζωής. Επίσης υπάρχει και ένας άλλος λόγος που μας κάνει να νοσταλγούμε, είναι αυτό που λέμε κάθε πέρσι και καλύτερα, θέλω να πω με τη διατροφή μας, με τη μόλυνση του περιβάλλοντος, με τη μοναξιά των μεγαλουπόλεων και τόσα άλλα, είναι φυσικό να μας κάνει να νοσταλγούμε το παρελθόν, μια άλλη πιο ανθρώπινη ζωή, πιο φτωχή βέβαια, αλλά πιο πλούσια σε συναισθήματα. Τώρα είναι περισσότερο πλούσια σε υλικά αγαθά, τα οποία όμως συνοδεύονται με άγχος, με πανικό, με ένα σωρό άλλα πράγματα, που δεν ταιριάζουν στον άνθρωπο. […]
Το όνειρό μου είναι να αφήσουμε έναν καλύτερο κόσμο για τα παιδιά μας, γιατί εγώ πέρασα μια κατοχή, έναν εμφύλιο, μία δικτατορία, φτώχεια, πείνα και τόσα άλλα πράγματα και θα ήθελα να μην τα περάσουν και τα παιδιά μας, να ζήσουν έστω και με λιγότερα υλικά αγαθά, αλλά να ζήσουν πιο πνευματικά τη ζωή τους.
Η μετάφραση από ξένες γλώσσες είναι σα να μεταφέρουμε στον τόπο μας ένα ελάχιστο από- σπασμα ενός ολόκληρου κόσμου, του κόσμου της γλωσσικής έκφρασης -θα έλεγα της ποιητικής τάξης- όπου ανήκει το ποίημα. Και αν πάρω την περίπτωση ενός ακραίου αναγνώστη, μου φαίνεται κάποτε ότι η προσπάθειά του πρέπει να μοιάζει μ' εκείνη του φυσιοδίφη, που από το τυχαίο εύρημα ενός σπονδύλου είναι υπο- χρεωμένος ν' ανασυστήσει ένα ολόκληρο προκατακλυσμιαίο θηρίο.
...έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης.
(Αντιγραφές, εκδ. Ίκαρος, 1978)
Η μετάφραση δε θα σου ανοίξει καν την π ό ρ τ α. Μονάχα μια μικρή χαραμάδα ώστε να δεις στο περίπου τι έχει από μέσα.
Από 'σένα εξαρτάται αν θα βάλεις το χέρι πάνω στο πόμολο, και ως πού θα βαδίσεις περνώντας το κατώφλι.
Άπαξ και μπήκες, έσμιξες τουλάχιστον δυο κόσμους μέσα σου.
Ένα πελώριο τείχος συκοφαντίας εις βάρος μας υψώνεται στη Σπιναλόγκα, ώστε να μας θεωρούν οι άλλοι άνθρωποι σαν κάτι αλλιώτικο από όλους.
Εμείς, όμως, δε θέλουμε ούτε να μας απεχθάνονται ούτε να μας συμπονούν. Εμείς έχουμε ανάγκη από το ωραίο αίσθημα, την αγάπη. Αγάπη σε έναν άνθρωπο που έπαθε ένα ατύχημα και όχι ότι αποτελεί ένα φαινόμενο, ένα αλλιώτικο είδος ανθρώπου. Γιατί κι εμείς είμαστε άνθρωποι που έχουμε τα ίδια αισθήματα, τα ίδια ιδανικά και δε θέλουμε να μας θάψουνε σε κάποιον άλλον κόσμο ξεχωριστό σε αυτόν τον κρανίου τόπο που ζούμε.
Ίσως μέσα σας να σας γεννιούνται τα αισθήματα της λύπης. Μας λυπάστε για την αρρώστια. Όμως, νομίζω ότι πρέπει εμείς να λυπούμεθα για εσάς. Γιατί εάν μια μάντρα, ένα τείχος μάς χωρίζει από τη ζούγκλα της ζωής, εμείς βρήκαμε τον στόχο του ανθρώπου μέσα εδώ, στο καμίνι της αρρώστιας και της απομόνωσης.
Ξεσηκωθείτε όλοι και ο καθένας χωριστά να παίξει τον ρόλο του σε αυτό το σκληρό παιχνίδι που λέγεται ζωή. Που είναι χωρίς έλεος σήμερα. Σταματήστε τώρα που είναι καιρός. Σταματήστε.
Τον διάλογο επιζητούμε γράφοντας, αποφεύγοντας όμως έτσι να έχουμε το εμπόδιο της παρουσίας τού συνομιλητή, που εκθέτει σε μόλυνση την ιερότητα και του νοερού.
Σαν έφυγα από τους Κολοκοτρωναίους, η νέα Διοίκηση διάταξε τον Νοταρά τον Γιάννη να μας πλερώση. Πάγω μίαν ημέρα εις το κονάκι του, τον βρίσκω και τυραγνούσε έναν πολίτη, τέτοιον τυραγνισμόν δεν τον ξέραν να του κάμουν μήτε οι Κατζαντωναίοι οπού ’ταν λησταί. Δεμένος ο πολίτης, κεφάλι κι’ ο κώλος ένα, και του γύρευαν χρήματα. Τότε σιχάθηκα όλως διόλου το Ρωμαίικο, ότι μάθαμε όλοι την ληστείαν γενικώς. Του μίλησα αυτεινού του ευγενή ότι δεν είναι καλά τα τοιούτα: «Ότι όταν βλέπουν εσάς οπού κάνετε τοιούτα οι άλλοι, οι μικροί, θα φάνε ζωντανούς ανθρώπους». Σας λέγω ως τίμιος άνθρωπος, είχα ως τότε μεγάλο σέβας και ’σ αυτούς και τους σιχάθηκα να μην τους βλέπω, κι’ αναθεμάτισα την λευτερίαν, οπού θα κάμωμε μ’ αυτούς όλους. Τότε απολπίστηκα και γύρεψα να φύγω δια έξω, με βάσταξαν κ’ έμεινα.
« The world is a stage » a dit Shakespeare. Que d’acteurs mal distribués!
«Ο κόσμος είναι μια σκηνή» είπε ο Σαίξπηρ. Μα πόσο ατυχής η διανομή των ρόλων!
Un étranger m’a dit que mon voisin avait la plus belle voix du monde. Quand donc découvrirai-je les choses par moi-même ?
Ένα ξένος μού ‘πε ότι ο γείτονάς μου έχει την πιο όμορφη φωνή τού κόσμου. Πότε θα μάθω επιτέλους ν’ ανακαλύπτω τα πράγματα από μόνος μου;
Quand vous êtes heureux, vous ne vous défendez pas.
Όταν είσαι ευτυχισμένος, δεν αμύνεσαι.
Les bons livres ne restent pas neufs. Comme les bons hommes, on les use vite.
Τα καλά βιβλία δεν παραμένουν καινούργια. Όπως οι καλοί άνθρωποι, γρήγορα χρησιμοποιούνται.
Les oreilles ont des murs.
Και τ’ αφτιά έχουν τοίχους.
On court à celui qu’on aime.
À celui qui nous aime, on marche.
Σ’ αυτόν που αγαπάμε, πάμε τρέχοντας.
Σ’ αυτόν που μάς αγαπά, πάμε περπατώντας.
Les sentiments prennent racine comme les herbes. Il faut le terrain.
Τα συναισθήματα ριζώνουν όπως τα χόρτα. Απαιτείται έδαφος.
Abuse du présent. Laisse le futur aux rêveurs et le passé aux morts.
Εκμεταλλεύσου το παρόν. Άσε το μέλλον στους ονειροπόλους και το παρελθόν στους νεκρούς.
Elle n’est pas manquée ta vie, si tu aides les autres à réussir la leur.
Δεν πήγε χαμένη η ζωή σου, αν βοηθάς τούς άλλους να τα καταφέρουν στη δική τους.
Chaque pomme est une fleur qui a connu l’amour.
Κάθε μήλο είναι ένας ανθός που γνώρισε τον έρωτα.
Quand il tombe, l’arbre fait deux trous. Celui dans le ciel est plus grand.
Όταν πέφτει, το δέντρο ανοίγει δύο τρύπες. Αυτή στον ουρανό είναι μεγαλύτερη.
Toute la nuit, la lumière est restée allumée chez la lune.
Elle est peut-être malade.
Όλη νύχτα, το φως ήταν αναμμένο στο φεγγάρι.
Θα ‘ναι άρρωστο, φαίνεται.
On reconnaît la poésie en y goûtant, comme l’eau.
La très pure coule dans la solitude du cœur de l’homme.
Την ποίηση την καταλαβαίνεις στη γεύση, όπως το νερό.
Η πολύ καθαρή αναβλύζει στη μοναξιά μες στην καρδιά τού ανθρώπου.
Je n’ai pas vu toutes les merveilles du monde, mais j’ai sûrement vu la plus belle et c’est mon pays. Où que je sois sur terre, je l’emporte dans ma guitare.
Δεν έχω δει όλα τα θαύματα τού κόσμου, μα σίγουρα έχω δει το ομορφότερο, κι αυτό είναι ο τόπος μου. Όπου κι αν βρίσκομαι πάνω στη γη, τον κουβαλάω μες στην κιθάρα μου.
Δεκατέσσερις σκέψεις από το σημειωματάριο
τού ποιητή και τραγουδοποιού FélixLeclerc (1914-1988).
Ce qu’on ne mérite pas, on n’y a pas droit, ça ne nous appartient pas.
(Page 114)
Ό,τι δεν αξίζουμε, δεν έχουμε δικαίωμα σ’ αυτό, δε μάς ανήκει.
Je crois et j’espère qu’il y a une autre vie. Je crois même que l’émotion qui sort des chansons comme le parfum d’une fleur ou le jus d’un fruit vient en bonne partie de cette autre vie. Le rôle des artistes est de faire passer cette émotion dans notre vie.
(Page 278)
Πιστεύω και ελπίζω ότι υπάρχει μια άλλη ζωή. Πιστεύω μάλιστα πως η συγκίνηση που αναδύεται από τα τραγούδια, όπως το άρωμα ενός λουλουδιού ή ο χυμός ενός φρούτου, προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από αυτή την άλλη ζωή. Ο ρόλος των καλλιτεχνών είναι να μεταδίδουν αυτή τη συγκίνηση στη δική μας ζωή.
Je ne cherche pas à changer le monde. Je veux le chanter, tout simplement.
(Page 280)
Δε ζητώ ν’ αλλάξω τον κόσμο. Θέλω να τον τραγουδήσω, πολύ απλά.
Cette voix que j’aime, c’est le plus sûr et le plus court chemin entre ce que j’ai au-dedans de moi (mes émotions, mon âme et mes pensées, mes rêves) et les autres.
(Page 290)
Αυτή η φωνή που αγαπώ, είναι το πιο σίγουρο και πιο σύντομο μονοπάτι μεταξύ όσων έχω μέσα μου (τα συναισθήματά μου, την ψυχή και τις σκέψεις μου, τα όνειρά μου) και τους άλλους.
Quand deux personnes s’aiment, c’est nécessairement pour toujours. Voilà ce que je crois.
(Page 367)
Όταν δύο άτομα αγαπιούνται, είναι απαραιτήτως για πάντα. Αυτό πιστεύω εγώ.