Νέοι εραστές



Νέοι εραστές.
Μεγάλη επένδυση!
Αρχίζεις τα πάντα από το σημείο μηδέν τής επαφής.
Μαθαίνεις να γνωρίζεις τον άλλο, ή καλύτερα μαθαίνεις να ξεχνάς μέρα με τη μέρα τον προηγούμενο.
Γιατί το πένθος τής απώλειας δεν εξοφλείται εφάπαξ. Όσο κι αν ο χωρισμός ήταν λύση κοινής συναίνεσης.
Κι όσο προχωράς με τον καινούργιο, τόσο φέρνεις στο μυαλό σου αγαπημένες συνήθειες, τρόπους τού λέγειν, ακόμη και υποκοριστικά τού προηγούμενου.
Χάνεις την ευκολία των υπονοημάτων που είχες αναπτύξει μ’ εκείνον, και έρχεσαι αντιμέτωπος με το ανοίκειο τού επόμενου.
Ανακαλύπτεις τον άλλον, αναιρώντας παράλληλα συνεχώς τον γνωστό εαυτό σου.

Το θέμα όμως είναι να μη σε θαμπώσει ξανά η ψευδαίσθηση ότι ανήκεις ή σού ανήκουν. Γιατί κανείς δεν είναι κανενός, και κανείς δεν είναι δεδομένος. Όσο κι αν πίστεψες κάποτε ότι ο μονόδρομος θα ήταν η ασφαλέστερη οδός, και εμπιστεύτηκες έτσι την αποκλειστικότητα τού εαυτού σου σε ένα άτομο.

Λάθος όμως!

Είναι ταξίδι με ωτοστόπ κι ένα σακίδιο στον ώμο η ζωή. Και θ’ αναγκαστείς, αργά ή γρήγορα, να τη ζήσεις ως τυχοδιώκτης. Τι κι αν δεν είναι στο στυλ σου.
Βγες στον δρόμο και προχώρα.

Οι ταξιδιωτικοί οδηγοί δε βρίσκουν εφαρμογή. 
 

Ένα πρελούδιο τού Μπαχ



Κάποτε σού ‘ταξα μια βόλτα ως το λιμάνι τής Χάβρης.
Θυμάσαι;

Τι λες λοιπόν; Πάμε να περπατήσουμε λιγάκι;
Ν’ αλλάξουμε παραστάσεις...
Να πάρουμε τον αέρα μας...

Στο βάθος, κάποιος θα παίζει ένα πρελούδιο τού Μπαχ.
Για ‘μας τους δυο μονάχα...

Ο άδειος φοριαμός




Στιγμή μοναχική, με το κλειδί στην πόρτα. Τελετουργικό εξαγνισμού. Η απέκδυση μιας προσωπικότητας και η ανάκτηση μιας άλλης. Σαν τον κλόουν που ξεβάφεται στο καμαρίνι, για να αποκαλύψει στο τέλος το πραγματικό του πρόσωπο. Έτσι κι εγώ τώρα, μέσα στο δωματιάκι που πέρασα τόσα και τόσα βράδια τούς τελευταίους μήνες, βγάζω από πάνω μου πρώτα το χιτώνιο, ύστερα το φανελάκι, μετά τα άρβυλα και το παντελόνι. Ξεκλειδώνω το λουκετάκι τού φοριαμού, και τραβάω την πόρτα αργά-αργά, έτσι για ν’ ακουστεί τελευταία φορά το γνώριμο μεταλλικό τρίξιμο. Κατεβάζω την κρεμάστρα με τα ρούχα τού πριν, τα χρωματιστά, και με μεθοδικότητα τα ντύνομαι ένα-ένα. Φροντίζω να επιλέξω το κατάλληλο κασκόλ, και βάζω πάντα στο τέλος λίγο από το άρωμά μου το ιδιωτικό, γιατί αυτό είναι που εδραιώνει τελικά την παρουσία μου. Αν κάτι μένει πίσω μου εξάλλου, είναι αυτό... Αέρας. 

Πιο άδειος από ποτέ ο φοριαμός μου. Μίζερος, θα ‘λεγες. Κρεμάστρες μόνες. Παρέδωσα ήδη, πριν από κάποιες ώρες, το κράνος και την εξάρτισή μου. Έφυγαν κι αυτά. Είχα καιρό άλλωστε να τα χρησιμοποιήσω, αφού από τότε που τελείωσε η εμπλοκή, δεν είχα πατήσει το πόδι μου σε αναφορά ή φρουρά τού Λόχου, και η δουλειά στο Υπασπιστήριο δεν απαιτούσε ευτυχώς τέτοια αξεσουάρ. Γέμιζαν, όμως, πολύ όμορφα τον φοριαμό μου όπως τα είχα τακτοποιημένα. Περιέργως όμως, όταν τα μάζευα σε μια σακούλα για να τα επιστρέψω, αισθανόμουν σα να κρατώ στα χέρια μου κειμήλια ενός άλλου. Σα να μην ήμουν εγώ αυτός που τα έζησε. Φαντάσου, εγώ που τόσο δένομαι με τα αντικείμενά μου. Και ξαφνικά μια ανόητη περηφάνια μέθυσε το βλέμμα μου. Μια απ’ αυτές που έχουν όσοι δεν ξέρουν πώς είναι τα πράγματα και πώς γίνονται. Και συλλογίστηκα τον γιο μου, και τον θαύμασα προκαταβολικά. Τα κατάφερε, ο μπαγασάκος, είπα μέσα μου. Την πάλεψε τελικά. Να μάθω άλλη φορά να τον εμπιστεύομαι περισσότερο. 

Είδες, παραλίγο να ξεχαστώ. Πριν βάλω στο βαλιτσάκι μου την παραλλαγή, πρέπει να φροντίσω για το κατόπιν. Να διασφαλίσω τη συνέχεια. Βγάζω λοιπόν από την τσέπη τού χιτωνίου τον μικρό χαλκά με τα κλειδιά. Πρέπει να παραδώσω το κλειδί τού φοριαμού στα χέρια τού επόμενου, όπως ακριβώς μού παραδόθηκε κι εμένα από τα χέρια τού προηγούμενου. Λέω να παίξω, όμως, ένα τελευταίο παιχνίδι στην ανάγκη μου για νοσταλγία. Λέω εκείνες τις φωτογραφίες μου που έχω κολλήσει από τη μέσα μεριά τής πόρτας να μην τις ξεκολλήσω. Πού ξέρεις, μπορεί κάποτε να γυρίσω για κάποιον λόγο, και να τις βρω πάλι εκεί, απείραχτες. Κι αν έχει περάσει πολύς καιρός, μόνο το χαρτί θα ‘χει λιγάκι κιτρινίσει.... Ε, κι αν μού ‘χουν ζωγραφίσει μουστάκια και γυαλιά οι επόμενοι, τι πειράζει!

Η πομπή



Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010. Μεσημέρι. Στο μεγάλο γραφείο τού Υπασπιστηρίου, μπροστά από τη μαύρη οθόνη τού υπολογιστή που με λέξεις λευκές κι αργόσυρτες μού υπενθυμίζει:

«Να κρατιέσαι σ’ ένα αντίο δε λέει πολλά. Δεν κρατιέσαι στην παρουσία έτσι, αλλά στη στιγμή τής αποχώρησης. / Elizabeth Bibesco».

Ηρεμία. Ο Στρατηγός, κάπου εκτός. Ο Λοχαγός, άρρωστος στο σπίτι εδώ και μέρες. Οι δύο νεούληδες έφυγαν πριν από λίγο. Ο μαλακάκος μου πήγε για λίγο στο κουζινάκι να φτιάξει καφέ. Εκείνος έχει υπηρεσία σήμερα. Κι εγώ πρέπει να φύγω σε λίγο. Έχω την τελευταία μου έξοδο. Σε λίγο. Τώρα αφαιρούμαι. Παραδίνομαι, σχεδόν ηδονικά και μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα, στη θάλασσα που ανοίγεται στο βάθος μπροστά μου, έξω από το παράθυρο. Και στην όχι και τόσο μακρινή ανάμνηση παραδίνομαι των αμέτρητων νυχτών μου ως σκοπός Διοικητηρίου. Τότε που για να μη με πάρει ο ύπνος πάνω στο τραπεζάκι τού σκοπού, έβγαινα για λίγο έξω από το Διοικητήριο, τεντωνόμουν ηγεμονικά μέσα στη σκοτεινή μοναξιά μου, και δεχόμουν κατά πρόσωπο το αλμυρό νυχτερινό αεράκι. Ονειρευόμουν Ελευθερία τότε. Ήταν κι αυτή η μουρμουριστή ροή από μικρά πολύχρωμα φωτάκια που κατέκλυζαν τη Βάρης-Κορωπίου. Μπορούσα να τα διακρίνω καθαρά στο βάθος, πίσω από την περίφραξη. Ονειρευόμουν Ζωή τότε. Κι έπειτα, ήρεμα-ήρεμα επέστρεφα πίσω στο τραπεζάκι τού σκοπού.

Η μεσημεριάτικη ονειροπόλησή μου δεν άργησε να πάρει ρυθμό:
«Εν-δυο, εν-δυο... Ψηλά το χέρι, κακομαθημένοι!».
Είναι οι πρόβες των Ευέλπιδων για την παρέλαση τής 25ης. Παρελαύνουν τώρα σε παράταξη, πίσω από το τζάμι μου, κάτω στο δρομάκι τής Σχολής. Μικρά παιδιά εκείνοι. Όπως κι εγώ κάποτε. Που μπορεί να μη συμμερίζομαι τα όνειρά τους, αλλά έχουν... Όπως κι εγώ κάποτε. Κι από την εν κινήσει πομπή των Ευέλπιδων κάτω στον δρόμο, μεταβαίνω με ένα κινηματογραφικό fade-to-white σ’ άλλες ηλιόλουστες μέρες, μάλλον στατικές και κάπως ξεθωριασμένες πια στη μνήμη μου. Πάω πίσω στις μέρες μου τού Αυγούστου. Ίδια ακούγονται μες στο μυαλό μου τα παραγγέλματα μ’ εκείνα τώρα κάτω στον δρόμο. Ξανατυλίγω την μπομπίνα, κι απ’ την αρχή προβάλλω μέσα μου στιγμιότυπα το ένα πλάι στο άλλο: Θήβα – Ρίζια – Κουφόβουνο – Βάρη. Ένα road movie απ’ αυτά που αγαπώ. Μια μεγάλη διαδρομή. Μια διαδρομή επιβεβλημένη που εξ αρχής καταλύει κάθε έννοια αυτοδιάθεσης. Αυτό είναι ο Στρατός για ‘μένα. Η εμπειρία τού στρατού όμως, ήταν άλλο. Και ήταν πρόσωπα και προσωπικότητες˙ εμπλουτιστικές διαφορετικότητες... Παιδιά αβέβαια, κι άλλα πάλι σίγουρα για το πού πηγαίνουν. Παιδιά μορφωμένα, φιλόδοξα, ακούραστα. Παιδιά άδεια, παραιτημένα. Άλλα, παιδιά παρατημένα. Άλλα αλάνια, σημαδεμένα. Παιδιά ευαίσθητα, κι άλλα πιο ευαίσθητα. Παιδιά που έψελναν, τα βράδια, μυστικές προσευχές. Fashion τυπάκια και καλογυμνασμένοι αθλητές που έμεναν κρυμμένοι κάτω από τη χακί ομοιομορφία. Παιδιά που έλεγαν, κι άλλα κάπως σιωπηλά. Παιδιά που την είχαν ακούσει, κι άλλα που χαιρόσουν να τ’ ακούς. Φιλαράκια που ήρθαν για να μείνουν, και κάποιοι απ’ τούς άλλους. Εκείνους που θλίβομαι να ονομάζω ‘αναλώσιμους’. Φίλους ‘μιας χρήσεως’ που γρήγορα τελειώνουν. Τα άτομα τής μιας στιγμής, τής μιας κουβέντας, τού ενός χαμόγελου. Οι πρόσκαιροι. Οι παροδικοί. Οι γοητευτικοί περαστικοί τής ζωή μας.

Συλλογή εικόνων και συναισθημάτων. Κι αλήθεια, πόσο τυχερός στάθηκα που πήρα τόσα! Όσα χρειαζόμουν για να στοκάρω κάποιες μικρές ρωγμές, τα κέρδισα. Ενστικτωδώς μαχόμενος, μέχρι το τέλος. Και γι’ αυτό, περήφανος αποχωρώ. Για όπλο είχα αυτή τη γαμημένη, απροσποίητη Αγάπη που αναβλύζει από το στέρνο μου. Γιατί τη νιώθω εκεί τη διαρροή, ποιος ξέρει; Σταθερή μου αγωνία: έδωσα τίποτα εκμεταλλεύσιμο σε κανέναν; Και γιατί έχω αυτή την έμμονη αξίωση να με θυμούνται;

Εν-δυο, εν-δυο, ακούω να πλησιάζουν συρόμενα τα βήματα τού Μάριου που έρχεται από το κουζινάκι. Μού τον ανήγγειλε εξάλλου, προπορευόμενη, η μυρωδιά τού ζεστού ελληνικού που κρατάει στα χέρια του.

- «Δε θα φύγεις εσύ, ρε man;»

- «Ναι, ρε παλικαράκι.
Σε λίγο...»


Μη σταματάς...



Είσαι ψηλά. 
Πολύ ψηλά. 
Δεν ξέρω αν γίνεται πια να ξανασμίξουμε κάποτε. 
Θα προσπαθώ όμως. Αυτό σ' το υπόσχομαι. 
Μα σε παρακαλώ, συνέχισε εσύ.
Μη σταματάς για 'μένα. 
Ο καθένας με τις δυνάμεις του. 

Κι όταν εγώ θα γίνω μόνο μια κουκκίδα. 
Όταν κι εσύ δε θα μπορείς να με δεις από 'κει ψηλά. 
Τότε, να ξέρεις πως κάποιος εδώ κάτω...
χωρίς φωνή, 
θα σε θαυμάζει. 

Και μυστικά θα χαίρεται 
που κατάφερες και άγγιξες, 
έστω μονάχα εσύ, 
την Απεραντοσύνη.


Céline Dion & Ginette Reno  
Un peu plus haut, un peu plus loin / Λίγο πιο ψηλά, λίγο πιο μακριά  
Στίχοι & Μουσική: Jean-Pierre Ferland  


Αντί προλόγου...


Αυτή η πόρτα πού να οδηγεί;
Γιατί η λαβή να καίει σα λάβα;
Ποια μυστικά, ποιοι θησαυροί
ν' αποκαλύπτονται στο διάβα;

Αυτή η πόρτα πού να οδηγεί;
Τι αφοπλίζει τη θέλησή μου;
Οι φόβοι μου οι παιδικοί
ανταπαντούν στη λογική μου.

Αυτή η πόρτα πού να οδηγεί;
Τι κρύβεται άραγε από πίσω;
Μια θαλπωρή μ' ελκύει εκεί -
γρίφος που πρέπει να τον λύσω.

Αυτή η πόρτα πού να οδηγεί;
Αντίκρυ τι να περιμένει;
Ίσως μια πέμπτη εποχή,
μια επιθυμία ξεχασμένη... 



["Η πόρτα", Β' βραβείο ποίησης στον Νεανικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 
τού Ιωνικού Συνδέσμου, Απρίλιος 2008]