Χαζό πράμα ο έρωτας.






Πώς ν' αξιολογήσω την ανάγκη μου να είσαι 
μόνο για 'μένα;
Να μην έχεις παρτίδες με άλλους.
Και πώς να τη χειραγωγήσω;

Εσύ είσαι για να μοιράζεσαι,
κι εγώ όχι για να παρακαλώ.
Έχω και μια λογική. Έναν εγωισμό, που να πάρει!

Μου μένει όμως η ανάγκη.
Πέρα από κάθε λογική.

Ποια λογική άλλωστε;
Αντιγνωμείς, και καταρρέουν όλα μου τα στερεώματα.
Και πώς μ' αρέσει...
Είναι ωραία να βλέπεις τον ρεαλισμό σου να γκρεμίζεται.

Και ποιος μαλάκας πετάχτηκε πρώτος και είπε «έρωτας»;

Θα 'θελα πολύ να σε γνώριζε ένας φίλος μου…
Ο Σίγκμουντ.
Όμως, είχε περίεργες ιδέες. Και πέθανε.



Είναι χαζό πράμα ο έρωτας. 
Όταν δεν είναι πράξη.

Να, για παράδειγμα, με σκέφτομαι στο μπάνιο σου να ρίχνω λίγο πρωινό νερό στο πρόσωπό μου. Εσύ πλησιάζεις και με κοιτάς μέσα από τον καθρέφτη. Χαμογελάς… – Δεν έχω πιο πολλά. Έτσι συνήθισα. Παντού όπου ονειροβατήσω, με καταδιώκει ένας καθρέφτης. Να 'ταν αλλιώς, θα γύριζα και θα σε φιλούσα χωρίς έλεος.



Ψεύτης καιρός για λίγη παραπάνω αλήθεια.

Και δε με ανησυχούν όσα θα σβήσω από αυτά που γράφω, αλλά όσα δεν τολμώ ακόμη και να τα γράψω για να τα σβήσω μετά.



Και πόσο ασήμαντα όλα, τώρα που είδα πως τυχαίο δεν υπάρχει.

Όλα ήτανε να γίνουν.



Και ποιο μακρύ ταξίδι θα με έκανε να ξεχάσω;
Όπου κι αν πάω, ο ήλιος αρπακτικό.
Προαιώνια κατάρα, ο ήλιος. – Ουδέν κρυπτόν.
Κι ό,τι φοβάμαι, εγώ το σέβομαι.



Όσο περιμένω μήνυμά σου, σκέφτομαι την απάντηση που θα σου στείλω.
Κανείς δεν είπε ότι θα στείλεις, όμως εγώ περιμένω.



Μ' αρέσει να με ξεχνάω όταν σε παρακολουθώ να μιλάς και να πάλλεσαι.
Δε μ' αρέσει που εσύ το ξέρεις.
Δε θέλω να ξέρεις ότι μπορείς ακόμη και να με ελέγξεις.
Αλλά, σε παρακαλώ, συνέχισε να το κάνεις...


Με την ευκαιρία, να σου πω: Δε με νοιάζει καθόλου αυτό το Κράτος. Δε με νοιάζει η Ελλάδα. Δεν την ξέρω αρκετά για να με νοιάζει. Ούτε εκείνοι που την κυβερνούν για χάρη μου την ξέρουν. Εγώ δε διάλεξα τίποτα. Δεν έκανα κανέναν. Εμένα με νοιάζουν μόνο εκείνοι όσους γνωρίζω. Ή που θέλω διακαώς να μάθω. Ας μην ξαναμιλήσουμε λοιπόν για την Ελλάδα. Ζούμε άλλωστε σε κόσμους πολύ πιο όμορφους από μια χώρα που καίγεται κάθε καλοκαίρι και αγνοείται κάθε χειμώνα.



Ας μιλήσουμε για 'σένα...




Όταν γεννήθηκες...



Όταν γεννήθηκες, φυτέψαμε ένα δέντρο.

Ζω για να το ποτίζω, να το κλαδεύω,
να το σκιάζω, να το υποστηρίζω...

Εσύ είσαι ελεύθερος.




on s'oublie / ξεχνιόμαστε



Η Αντέλ

Πώς θα γίνει;
Θα δώσουμε το χέρι...;
Θα φιληθούμε...;


Ο Γκαμπόρ

Θα ξεχαστούμε.


Η Αντέλ

Δεν υπόσχομαι τίποτα.


 
Adèle
On fait comment?
On se sert la main...?
On s'embrasse...?

Gabor
On s'oublie.

Adèle
Je vous promets rien.




La fille sur le pont, Patrice Leconte (1999)   
Scénario / Σενάριο: Serge Frydman.  
Photographie / Φωτογραφία: Jean-Marie Dreujou.  


κάτω από μια μηλιά




Κάτσαμε οι δυο μας κάτω από μια μηλιά, πλάτη με πλάτη, μες στη σιωπή των μήλων.




Ύστερα έγινε μεσημέρι, έπειτα σούρουπο, και μόλις φάνηκαν τα πρώτα φώτα του αντικρινού χωριού, σηκωθήκαμε, ανταλλάξαμε χειραψία, χαίρω πολύ που μου επιτρέψατε να σας ακούσω, και φύγαμε ο καθένας από τη μεριά του.
 
 
 
Η άνοιξη είχε προχωρήσει ένα βήμα.






(Προοικονομία)


Τι να τους εξηγήσω;
Θα με περάσουν για ευτυχισμένο.


 

Και για να φτάσω ως εσένα,
περπάτησα σύννεφα και σύννεφα.



 

Μα όσο πιο ψηλά... τόσο πιο βαθιά μετά. (Προοικονομία)
 




 Σαν τους λαμπτήρες που καίγονται άξαφνα
μες σε μια νύχτα.

Έτσι η καρδιά μου, αν την αφήσω απόψε
να χτυπήσει όσο μου το ζητάει.

Ξέρω, θα φώτιζε τα πάντα.

Γι' αυτό το λίγο έστω.






(Έτοιμες πάντα να θυσιαστούν οι καρδιές.)





Αφηρημένες έννοιες (LEGO®)


S’il suffisait qu’on s’aime… S’il suffisait d’aimer…
Je ferais de ce monde un rêve…
Une éternité…


Αν αρκούσε ν’ αγαπιόμαστε… Αν αρκούσε η Αγάπη…
Θα έκανα αυτόν τον κόσμο ένα όνειρο…
Μια αιωνιότητα…



Αγάπη… Τι θα πει Αγάπη…;

«Με τις αφηρημένες έννοιες δεν την παλεύω» είπες…

Κι εγώ σου εξήγησα πως οι αφηρημένες έννοιες είναι ένα παιχνίδι που μας δόθηκε.

Είναι σαν τα τουβλάκια της LEGO®...

Χτίζει ο καθένας τον δικό του κόσμο με αυτές.

Απλώς, πρέπει να βρεις και να παίξεις παρέα με τα κατάλληλα άτομα.

Αυτά που μαζί τους μοιράζεσαι το ίδιο κατασκευαστικό σχέδιο.



Céline Dion, S’il suffisait d’aimer  
Στίχοι / Μουσική: Jean-Jacques Goldman   

«δουλεύω»


Το ρήμα «υποδουλώνομαι» δε μας χρειάζεται.


Έχουμε το «δουλεύω»...
Συντομότερο και με την ίδια ακριβώς έννοια. 
 
Όμως,
τείνει κι αυτό να πέσει σε αχρηστία.

(Ρε μπας κι είμαστε ελεύθεροι;)

Συνταξιοδότηση.


Δεν είναι μόνο που η συνταξιοδότηση μετατίθεται
για όλο και πιο μετά.




Είναι που κι εμείς γερνάμε
όλο και πιο πριν.




Τη δοκίμασα.


Της είπα: «Μαμά, αυτή τη φωτογραφία
θα την πάρω μαζί μου μόλις φύγω
από το σπίτι».


Κι εκείνη συγκινήθηκε.
Σα να πίστεψε πως κάποτε θα φύγω
στ’ αλήθεια.



Κανέλλης Ορέστης
(Φωτογραφία έργου, α/μ, “Femme et lune”)


Ας σπάσουμε λοιπόν καρύδια.





Σα να ‘ρθε η ώρα για να σπάσουμε καρύδια, γιαγιά.
Κοίταξε, γέμισε το δέντρο.
Κι έχει ξαπλώσει κι ο παππούς ˙
ποιος θα τινάξει τώρα για ‘κείνον;

Στάσου, θα κάνουμε το άλλο…
Θα με σηκώσεις εσύ στα χέρια σου,
κι εγώ θα φυσήξω έξω μία απ’ τις ψυχές μου.
Κι έτσι θα πέσουν όλα, φύλλα και καρύδια.

Ας σπάσουμε λοιπόν καρύδια.
Τέτοιες ώρες που δεν έχει άλλη ζωή, ας κλειστούμε στην κουζίνα.
Αφού μονάχα το σώμα μας έχουμε δικό μας.
Κι ετούτο, όχι για πλήρη χρήση.
Ας σπάσουμε λοιπόν καρύδια.

Κι ας θυμηθούμε τα τραγούδια τα παλιά
που τα ‘λεγαν οι συμμαθήτριές σου οι Νηρηίδες
κάτω στο τοιχιό.

Ξέρεις, ήμουν στενός φίλος της Ηχούς,
και φυλάω μέσα στον λαιμό μου τα μυστικά αιώνων.
Όμως, ας τα μοιραστούμε οι δυο μας τώρα,
αφού τίποτα δεν ξεκινάει εκεί έξω τέτοια ώρα.

Άσε με να μοιραστώ και την ποδιά σου πάνω στα πόδια μου.
Κι έτσι, δε θα ξέρουμε πού τελειώνεις εσύ
και πού εγώ αρχίζω, γιαγιά μου.

Και μην τα βάζεις με τους γεννήτορές μου
που έχω μείνει ακόμη έτσι.
Ξέρεις πως ήμασταν φτωχοί,
και πιο πολύ ήμασταν μόνοι.
Κι έτσι, περνούσανε τα χρόνια,
κι εγώ δεν έσβησα ακόμα
καμίας τούρτας τα κεράκια.


(Τετάρτη, 02 Φεβρουαρίου 2011)



Εξομολόγηση


Κάποτε παρακάλεσα για κάτι,
ενώ όφειλα σιωπηλά να παλέψω...

Είπα: «Θέλω να είσαι φίλος μου».

Ο στίχος.


Μόλις συνειδητοποίησα ότι έχω γράψει έναν στίχο
που κλείνει μέσα του όλη μου τη ζωή.

Εντάξει λοιπόν;
Μπορώ επιτέλους να πεθάνω;



C'est quoi, amoureux ?


L’homme de sa vie
(Scénario :  Zabou Breitman & Agnès de Sacy)




FRÉDÉRIC :
T’as jamais été amoureux ?

HUGO :
Je suis amoureux quand je fais l’amour.
J’aime avoir envie et j’aime faire.
C'est quoi, amoureux ?

FRÉDÉRIC :
Heu… Tu penses à l’autre…
T’as envie de le voir tout le temps…
Tu rêves de le prendre dans tes bras…
J’sais pas… Tu veux partager ta vie avec…
Amoureux, quoi.

HUGO :
Quoi, t’es obsédé par l’autre…
Tu vis plus s’il est pas dans les parages… s’il a pas donné de nouvelles…
Il te manque même quand il est là…
Tu penses qu’il t’aime pas ; moins que toi…
Tu veux des preuves. T’as peur de le perdre.
T’es dépendant, malheureux, anxieux…
Alors, non, j’ai jamais été amoureux, et je souhaite pas tomber amoureux…

FRÉDÉRIC :
Ouais, mais quand même…

HUGO :
Tomber amoureux…
Être à terre…
Je ne suis jamais tombé.




Ma vie à l'envers  
Στίχοι / Μουσική / Ερμηνεία: Anna Chalon  

Πάντα θα ντρέπομαι να πω...


Πάντα θα ντρέπομαι να πω ότι διαβάζω ποίηση.

 

Όση και να διαβάσεις, ποτέ δε θα 'ναι αρκετό
ώστε να μπορείς να το ισχυρίζεσαι κιόλας.

 


η συγκίνησή σου


Αν δεις πως έχασες τη συγκίνησή σου,
αναλογίσου τι 'ναι αυτό που έχεις απογίνει.


Και με δάκρυ φλογισμένο προασπίσου
όση σου απέμεινε από τη θεϊκή σου φύση.



Μαλακία.


Εντάξει, κάποια μαλακία θα έκανα κι εγώ...


Αλλά κι Εσύ,
ήταν ανάγκη να με μεταμορφώσεις σε άνθρωπο;



Τα επεισόδια της ζωής μου...


Έχω συλλογιστεί πολύ
πριν απ' το πρώτο μου εγκεφαλικό.




Έχω ερωτευτεί απολύτως
πριν απ' το καρδιακό μου.



Κάποιες μέρες... / Il y a des journées...


Κάποιες μέρες φωτίζονται από μικρά πράγματα. Ασήμαντα πραγματάκια που σε κάνουν ευτυχισμένο ˙ ένα μεσημέρι που θα το περάσεις ψαχουλεύοντας, ένα παιχνίδι που θα ξεπηδήσει μέσα από τα παιδικά σου χρόνια πάνω στον πάγκο ενός παλαιοπωλείου, ένα χέρι που θα δεθεί με το δικό σου, ένα τηλεφώνημα εκεί που δεν το περιμένεις, μια γλυκιά κουβέντα, το παιδί σου που θα σε πάρει αγκαλιά χωρίς να ζητάει τίποτα άλλο πάρα μόνο μια στιγμή αγάπης. Κάποιες μέρες φωτίζονται από μικρές στιγμές ευλογίας, μια μυρωδιά που θα δώσει στην ψυχή σου χαρά, μια ηλιαχτίδα που θα μπει απ’ το παράθυρο, ο θόρυβος της καταιγίδας ενώ εσύ βρίσκεσαι ακόμη στο κρεβάτι, τα χιονισμένα πεζοδρόμια ή ο ερχομός της άνοιξης μαζί με τα πρώτα της βλαστάρια.



Il y a des journées illuminées de petites choses, de riens du tout qui vous rendent heureux ; un après-midi à chiner, un jouet qui surgit de l’enfance sur l’étal d’un brocanteur, une main qui s’attache à la vôtre, un appel que l’on attendait pas, une parole douce, votre enfant qui vous prend dans ses bras sans rien vous demander d’autre qu’un moment d’amour. Il y a des journées illuminées de petits moments de grâce, une odeur qui vous met l’âme en joie, un rayon de soleil qui entre par la fenêtre, le bruit de l’averse alors qu’on est encore au lit, les trottoirs enneigés ou l’arrivée du printemps et ses premiers bourgeons. 


Marc Levy
(p. 199, Éditions Robert Laffont – Pocket)
 © Μετάφραση: Δημήτρης Αναγνωστόπουλος

Φαντάσου πόσα δε λένε...



...όσοι μιλούν πολύ.

Le Grand Pardon (Version acoustique)
από τους dabatcha'ZZ, με τη συμμετοχή της Sandy.
(Στίχοι & Μουσική: Paul Kalfon / Sam Braha, 1998)