Ένα παράθυρο, φωτογραφία


Μεσημεράκι. Ο ήλιος κατεβαίνει μεγαλοπρεπώς τα σκαλοπάτια του, και εισέρχεται από τον φωταγωγό να βασιλέψει στην κουζίνα μου. Βάζω μπρίκι στο γκαζάκι. Τι γεύση να ‘χει το τσάι μου σήμερα; Κάθε μέρα, επιλογή. Κι έτσι γεμίζουν οι μέρες φράουλα, κανέλα, βανίλια, ροδάκινο… Διαλέγω ένα φακελάκι ˙ φρούτα του δάσους. Αναδασωμένη γεύση. Ετοιμάζω τον ξύλινο δίσκο, τον σκαλιστό, και με σερβίρω σε καλό φλιτζάνι τής επίσκεψης, με μια χαρτοπετσέτα αριστοτεχνικά διπλωμένη στο πλάι. Βαστώ γερά μπροστά μου τον δίσκο, κι έπειτα, αρχέγονα ξυπόλητος και με τις αισθήσεις τεταμένες, διασχίζω πυκνή κόκκινη φλοκάτη στο δρόμο μου προς το σαλόνι. Εκεί με περιμένει το τραπεζάκι και ο μεγάλος βαθουλωτός καναπές που κοιτάζει παράθυρο. Ακουμπώ άτσαλα τον ξύλινο δίσκο πάνω στο τραπεζάκι, και πηγαίνω στο ράφι με τα βινύλια. Σήμερα επιλέγω ν’ ακούσω χρονολογημένη ποιότητα ήχου ˙ ασυμπίεστη. Αρχίζω να ψηλαφώ εξώφυλλα, και να μετρώ δεκαετίες, φωνές, γλώσσες, και μουσικά είδη. Κι ενώ τα δάχτυλά μου συνεχίζουν την αναζήτηση, το βλέμμα μου έχει ήδη επιλέξει. Είναι ένα υπερφωτισμένο νεανικό γυναικείο πρόσωπο με κυανές σκιάσεις, σε φόντο λευκό. Στέκομαι για λίγο με το βλέμμα μου πάνω στο βλέμμα του εξωφύλλου. Πάντα με προβλημάτιζε η ερμηνεία του. Δεκαπέντε χρόνια μετά, κι ακόμη δεν έχω καταφέρει να εξηγήσω τη σημασία του. Βγάζω τον δίσκο στο φως του ήλιου που απομένει, να θαυμάσω τη λάμψη των στροφών του. Ακούραστος δρομέας η βελόνα ˙ έτοιμη πάντα να τις τρέξει. Κι έρχονται οι πρώτες χαμηλές νότες από τα ηχεία να συνοδεύσουν τις φωνές της πλατείας, που παίζει, απ’ την άλλη, τ’ ανοιχτό παράθυρο. Αράζω στον καναπέ να απολαύσω. Και τότε, κάτι κάτω απ’ το τραπεζάκι τραβάει την προσοχή μου. Βάζω το χέρι να δω τι είναι. Είναι ένα μικρό χαρτόκουτο, γεμάτο αταξινόμητες φωτογραφίες. Τραβάω στην τύχη και βγάζω μία ομαδική από το σχολείο. Πέμπτη δημοτικού. Και πάλι, δεκαπέντε χρόνια πριν. Βολεύομαι καλύτερα στον καναπέ. Ανεβάζω και τα πόδια επάνω. Το φθινοπωρινό αεράκι που μπαίνει απ’ το παράθυρο, μεταφέρει μια τρυφερή δροσιά, ικανή να σε στέψει για λίγες στιγμές ευτυχισμένο. Κλείνω για λίγο τα μάτια. Ο ήλιος αργοσβήνει.

Και να το, εκείνο το παιδί με το πράσινο φουσκωτό μπουφάν του και με το ξεθωριασμένο του μπλουτζίν που ‘ναι στα γόνατα τριμμένο. Σηκώνεται από τη γονατιστή του στάση πάνω στο γυαλιστερό χαρτί, και τεντώνεται να ξεπιαστεί. Οι άλλοι, δίπλα του, ούτε που σαλεύουν. Δεν απορούν καν. Παραμένουν στην ακινησία της πόζας τους. Το μαλλί του, κουρεμένο σε στυλ ελαφρύ καπελάκι που ρίχνει φράντζα προς τα δεξιά. Το πρόσωπο, ασθενικά λευκό, με τα μάγουλα ωστόσο πάντα ροδαλά. Αισθάνομαι τα έντεκά του χρόνια να ξεχειλίζουν ενέργεια. Δείχνει ν’ ακούει τις φωνές των παιδιών έξω απ’ το παράθυρό μου, και σα να ανυπομονεί να του επιτρέψω εγώ να βγει. Μου χαμογελάει. Ξέρω τι νομίζει πως θα συναντήσει εκεί έξω. Ξέρω πόσο πολύ θέλει να ξαναβρεί φίλους -γνωστούς κι αγνώστους-, να παίξει τάπες μαζί τους πάνω στα τσιμεντένια πεζούλια, και ν’ ανταλλάξουν αυτοκόλλητα Panini. Πρέπει να ‘χουν απομείνει μερικά στις τσέπες του. Τα περισσότερα, όμως, τα ‘χει μοιράσει σε φίλους, ή τα ‘χει κάνει βουταρία από τον δεύτερο όροφο του σχολείου. Ήθελε πάντα να είναι καλός γιατί ποτέ δεν τον καλούσαν στα πάρτι τους, και ποτέ δεν έκανε εκείνος πάρτι για να τους καλέσει. Δεν βλέπει την ώρα να ξανασμίξει με τον κολλητό του, και να ψάξουν μαζί για πεταμένα καπάκια από μπουκάλια μπύρας. Κι όσα μαζέψουν, θα πάνε να τα στοιχίσουν πάνω στις ράγες των τρένων, να δουν πόσο λεία θα γίνουν αφού περάσει η επόμενη αμαξοστοιχία. Κι όταν βαρεθούν, μπορεί να πάνε στο Γουέμπλεϊ για μπάσκετ, ή στον Άτλα για ποδόσφαιρο. Παρόλο που όλα αυτά δεν είναι του στυλ του. Ούτε του αρέσει η μπάλα, ούτε καλός είναι. Γι’ αυτό, είτε άμυνα θα τον βάλουν είτε τερματοφύλακα. Δεν ξέρω. Ίσως, πάλι, να μην έχει και καθόλου όρεξη για παιχνίδι. Ίσως να θέλει να ζωγραφίσει τα δικά του κόμικς, ή να διαβάσει. Οπότε, η πρώτη του κίνηση θα ήταν να πάει στο περίπτερο να ρωτήσει για καινούργια τεύχη του Αστερίξ και του Λούκυ Λουκ. Ή θα ζητήσει, όπως πάντα, το Αλμανάκο, το Μίκυ Μάους ή το Αφισόραμα. Επιστρέφοντας, θα μετρήσει ξανά τις λευκές πλάκες της πλατείας και τα σύκα που έχουν πέσει απ’ τις σκονισμένες συκιές κι έχουν ανοίξει πάνω στο έδαφος. Κι όταν χτυπήσει το κουδούνι κι ανέβει δυο-δυο τα σκαλιά, θα περιμένει να βρει ζεστό το φαΐ στο τραπέζι, και θα ‘ναι έτοιμος ακόμη και να μαλώσει με την αδερφή του για το ποιος απ’ τους δύο θα ταΐσει σήμερα τη μικρή. Αν του πω πως έξω έχει κιόλας σχεδόν νυχτώσει, τότε σίγουρα θα λυπηθεί. Θα με ρωτήσει, όμως, αμέσως αν έχει απόψε Ντόλτσε Βίτα ή Τρίτο στεφάνι, ή αν είναι μήπως Κυριακή για να το βάλουμε στη Ρούλα.

Τόση ώρα, στέκεται εκεί και μου χαμογελάει αμίλητος. Με ανησυχεί η ησυχία του. Ξαφνικά, φυσάει ένας κρύος αέρας που ανακατεύει τα μαλλιά του κι όλα τα χρώματα μεταξύ τους. Γυρίζω προς το παράθυρο. Έξω ο ήλιος έχει ήδη παραδώσει τη σκυτάλη στην κολώνα του δήμου. Στο πικάπ, η βελόνα επιμένει να μου επαναλαμβάνει ξανά και ξανά την ίδια φράση: Si loubli tattend, moi aussi jattendrai*. Και το τσάι έχει παγώσει μες στο φλιτζάνι. Ακριβώς όπως κι εγώ στην ιδέα του τι θα μπορούσε να μ’ έχει ρωτήσει εκείνο το εντεκάχρονο παιδί, αν μου μιλούσε σήμερα. Στην πίσω μεριά της φωτογραφίας βλέπω γραμμένα κατά σειρά τα ονόματα όλων των συμμαθητών: Άννα, Δήμητρα, Χριστίνα, Ιφιγένεια, Αντιγόνη, και πάει λέγοντας... Τα γράμματα είναι δικά του. Και είναι πολύ διαφορετικά από τα δικά μου. Πού να του έλεγα ότι τώρα πια δεν ξύνω συχνά τα μολύβια μου... Ότι έπαψα να ζωγραφίζω, κι ότι πιο πολύ πληκτρολογώ παρά γράφω... Κι αν με ρωτούσε γιατί γράφω; Τι θα του απαντούσα; Θα τολμούσα άραγε να ξεστομίσω την αλήθεια; Να του πω ότι γράφω για να τον δικαιώσω; Ότι γράφω επειδή δεν μπόρεσα ακόμη να ζήσω αυτά που εκείνος ονειρεύτηκε; Και να του πω πως τώρα πια, μονάχα έτσι μπορεί κι εκείνος να συνεχίσει να υπάρχει;




* Κι αν η λήθη σε περιμένει, τότε θα περιμένω κι εγώ.

Στίχος από το τραγούδι Cherche encore (Στίχοι / Μουσική: Erick Benzi) που ερμηνεύει η Céline Dion, και το οποίο περιλαμβάνεται στον ιστορικό γαλλόφωνο δίσκο D’EUX του 1995.


6 σχόλια:

Seirios είπε...

Καλημέρα. Πόσο χαίρομαι που αποφάσισες να γράψεις ένα κείμενο και χαίρομαι διπλά γιατί αυτό το πεζό ξεχειλίζει από εικόνες, χρώματα έντονα και μυρωδιές από άλλα χρόνια. Ποιητικός λόγος...

Εικόνες δικές σου που όμως δεν απέχουν πολύ από τις δικές μου. Με γέμισε μια γλυκιά νοσταλγία τούτο το κείμενό σου. Κι όμως μου αρέσει...

ΥΓ. Χρωστάω μιαν απάντηση σε ένα μήνυμά σου...δε το έχω ξεχάσει αλλά δεν έχω απάντηση.

ΥΓ2. Για σένα
http://www.youtube.com/watch?v=rhN7SG-H-3k

Συνέχισε να γράφεις

karkinos7 είπε...

Μια Καλησπέρα απλά!!!

Παναγιώτης Λαμπρίδης είπε...

Βουταρία...που το θυμήθηκες. Εγώ είμαι ένα κλικ πριν στο θέμα γενιά όπου μάζευα Σεραφίνο, Τιραμόλα, Ποπάυ, Μικυ, και μετέπειτα Μπλεκ , Αγόρι και Βαβούρα. Αλλα τα χαρτακια , χαρτάκια... πολύ ωράιο κείμενο. Νομίζω οτι ζώ κάπου εκεί μεσα ακόμη...

new-girl-on-the-blog είπε...

Τι ωραία να ΄ναι οι ώρες γεμάτες από μυρωδιά κανέλλας ή ροδάκινου!
Παράθυρο στη μνήμη το κείμενό σου..με δική του μυρωδιά..παλιά, γνώριμη..

(καλώς σε βρήκα!)

Μάρκος είπε...

Όμορφο.
Την καλησπέρα μου :)

Hfaistiwnas είπε...

Σκέψεις ήρεμες και αναμνήσεις..
Τσάι, παράθυρο, θα προτιμούσα Χειμώνα, Φθινόπωρο..
Στη μουσική παίζεις καλά..
Θυμήθηκα αυτό τώρα που είχα καιρό να το ακούσω.. tout l'or des hommes..
Έτσι που λες, αγαπημένη καλλιτέχνης!!