Οι τρεις διαβόλοι (Δεύτερο μέρος)


Δυο μέρες αφότου η μπεκρού ξεπουλήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο, ψυχή και σώμα, ένας φτωχός πέρασε μπροστά από την πόρτα του Ριχάρδου και ζήτησε ελεημοσύνη. Καθισμένος στο σκαμνί του και ενώ σφυροκοπούσε με όλη του τη δύναμη κάποια ψίδια, ο μάστρο-Ριχάρδος δεν πρόσεξε την παρουσία του.
-         Ελέησέ με, σε παρακαλώ, αδερφέ μου!... επανέλαβε ο ζητιάνος.
-         Δεν έχω τίποτα να σου δώσω, φτωχέ μου άνθρωπε, και να ‘σαι σίγουρος, με πονάει πολύ που δεν μπορώ να σε βοηθήσω, είπε ο Ριχάρδος σκουπίζοντας ένα δάκρυ με την άκρη της δερμάτινης ποδιάς του. Μάρτυς μου ο Θεός, το καλύτερό μου θα ήταν να συμπαραστέκομαι στους φτωχούς, μα δυστυχώς δε βλέπω ποτέ δεκάρα μπροστά μου. Όσα βγάζω, τα πίνει η γυναίκα μου. Έχει τριάντα χρόνια τώρα που κρατάει ετούτη η δουλειά, και μονάχα ο διάβολος ξέρει πότε είναι να σταματήσει, γιατί έφτασα να πιστεύω πως είναι μαγεμένη.
Με τα λόγια ετούτα, συνέβη κάτι παράξενο στη συμπεριφορά του φτωχού, σαν κάπως να μεταμορφώθηκε.
-         Έχεις καλή καρδιά, είπε στον μάστρο-Ριχάρδο, κι έριξε στον τσαγκάρη ένα βλέμμα βαθιάς ευσπλαχνίας. Ε λοιπόν, θα ήθελα να ανταμείψω τις καλές σου προθέσεις για λόγου μου. Τι μπορώ να κάνω για ‘σένα; Τι θέλεις;… Τι επιθυμείς;… Μίλα, ό,τι ζητήσεις θα το ‘χεις, σου το υπόσχομαι.
Ο μάστρο-Ριχάρδος, έκπληκτος από τα λόγια ετούτα, κοιτούσε τον συνομιλητή του με σάστισμα και σεβασμό συνάμα, χωρίς να ξέρει τι να σκεφτεί.
-         Λοιπόν, μίλα, γενναίε μου. Ορίστε, για να σε διευκολύνω, σου δίνω προκαταβολικά τρεις ευχές. Σου μένει μονάχα η δυσκολία της επιλογής.
Ο τσαγκάρης, ωστόσο, συνέχιζε να μένει σιωπηλός κι έδειχνε να δέχεται με δυσπιστία την εκπληκτική αυτή πρόταση. Προφανώς πίστευε πως είχε μπροστά του κάποιον μάγο από εκείνους που περνούν πού και πού στην ύπαιθρο.
-         Είναι πολύ σίγουρο αυτό που μου λες;… ρώτησε τελικά ο μάστρο-Ριχάρδος τονίζοντας την κάθε συλλαβή και κοιτάζοντας επίμονα τον ζητιάνο, σα να ήθελε να διαβάσει ως τα βάθη της καρδιάς του.
-         Όσο σίγουρο είναι ότι υπάρχει ένας Θεός στον ουρανό κι ότι εσύ είσαι εκεί, πάνω στο σκαμνί σου, μάστρο-Ριχάρδο.
-         Τότε, συνέχισε με τόνο αποφασιστικό ο φουκαράς, αφού θέλεις να είσαι τόσο καλός μαζί μου, - αν και δε σε έχω ξαναδεί ούτε σ’ έχω γνωρίσει ποτέ μου, - εύχομαι να αποκτήσω ένα σκαμνί που όσοι θα έρχονται να κάτσουν πάνω του να μην μπορούν να σηκωθούν παρά μόνο αν το θελήσω εγώ.
-         Με το ένα, λέει ο ζητιάνος, ιδού το σκαμνί.
-         Θα ήθελα επίσης ένα βιολί, κι όσο εγώ θα παίζω το βιολί, όσοι το ακούν, θα χορεύουν θέλοντας και μη.
-         Με το δύο, κάνει ο ζητιάνος, ιδού το βιολί, μάστρο-Ριχάρδο, με το δοξάρι του και με ανταλλακτικές χορδές.
-         Θα ήθελα ακόμη ένα σακί, κι ό,τι είναι να μπει μες στο σακί, να μην βγει παρά μόνο όταν μου κάνει εμένα κέφι.
-         Με το τρία, λέει ο ζητιάνος, ιδού και το σακί. Τώρα, ο Θεός να σ’ έχει καλά, κι έχε γεια, μάστρο-Ριχάρδο.



Les trois diables
Paul Stevens

© Μετάφραση από τα Γαλλικά τού Κεμπέκ:
Δημήτρης Αναγνωστόπουλος

Gravure
La nouvelle façon : 300 paires par jour, 1880
John Henry Walker (1831-1899)
1880, 19e siècle
Encre sur papier - Gravure sur bois
10 x 6 cm
Don de Mr. David Ross McCord
M930.50.5.142
© Musée McCord

3 σχόλια:

marios104 είπε...

Άλλο λίγο και φτάσαμε...ανυπομονώ . Καλησπέρα Δημήτρη, πολύ καλή η μετάφρασή σου.

Dimitris A. είπε...

Έχει ακόμα...

Και πού 'σαι,
μεταξύ μας,
καμία μετάφραση δεν είναι καλή...
(στο λέω ως μεταφρασεολόγος)

Sweet truth! είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσα η συνέχεια, περιμένω να διαβάσω κι άλλο.