Οι τρεις διαβόλοι (Τέταρτο μέρος)



Σε έναν χρόνο και μιαν ημέρα, βλέπεις τον διάβολο που είχε μιλήσει έτσι να παρουσιάζεται στον τσαγκάρη. Σημειώστε όμως, αναγνώστες μου, ότι η γυναίκα του είχε ξαναρχίσει να πίνει κι ακόμη περισσότερο, γιατί, όπως λέει κι η παροιμία: «Αν ήπιες μια, θα ξαναπιείς». Θα ήταν, άλλωστε, έκπληξη μεγάλη αν είχε γίνει εγκρατής. Γίνεται να ‘σαι εγκρατής όταν έχεις μέσα σου το διάβολο;
-         Για δες, ένα καινούργιο πρόσωπο πάλι, είπε ο Ριχάρδος σαν είδε τον διάβολο να στέκει ορθός με ύφος δυσπιστίας. Ποιος είσαι εσύ, ρώτησε ο τσαγκάρης.
-         Είμαι ο διάβολος.
-         Τι θέλεις;
-         Ήρθα να πάρω τη γυναίκα σου…
-         Θα σου είμαι πολύ ευγνώμων, θα με γλιτώσεις για τα καλά… μα κάθισε λιγάκι, δείχνεις κουρασμένος.
-         Να καθίσω!... Τς τς!... Τρελός είμαι; Ο αδερφός μου ακόμα να γιάνει…
-         Δε θες να καθίσεις, δε με κόφτει,… μείνε όρθιος σαν το άλογο.
Ύστερα απ’ αυτά τα λόγια, ο μάστρο-Ριχάρδος πήγε και ξεκρέμασε το βιολί του, το πέρασε όμορφα-όμορφα κάτω από το πηγούνι και πήρε το δοξάρι στο δεξί του χέρι.
Ο διάβολος τον κοιτούσε χωρίς να βγάλει λέξη, ακίνητος και άκαμπτος σαν το στειλιάρι.
Εμπρός, σκέφτηκε ο τσαγκάρης, εξετάζοντας κλεφτά τον παράξενο αντικρινό του, δε θες να κάτσεις, δε θες να περπατήσεις,… τότε θα χορέψεις, καταραμένε! Και σου υπόσχομαι να ρίξεις τόσο χοροπηδητό όσο δεν έριξες ποτέ στη ζωή σου.
Και ο Ριχάρδος έπαιξε μια τυχαία νότα στο βιολί.
Μονομιάς ο διάβολος σήκωσε το πόδι, κι είχε τη μύτη τού αριστερού του ποδιού να κοιτά προς τα μέσα.
Έπειτα βγήκε μια δεύτερη νότα, και ο διάβολος έκανε ένα ρυθμικό βήμα.
Έπειτα ο τσαγκάρης ρίχτηκε αποφασιστικά σε έναν ζωηρό σκοπό, και ο διάβολος βάλθηκε να χορεύει, να στριφογυρίζει, και να πετάγεται, παραδομένος σε μια ακανόνιστη, μανιασμένη πόλκα, - γιατί καλό είναι να τονίσουμε, μιας που τα λέμε, ότι η πόλκα είναι ένας από τους αγαπημένους χορούς του διαβόλου.
Ο Ριχάρδος τον έκανε να χοροπηδάει έτσι για δώδεκα μέρες. Τη δωδέκατη μέρα, προς το βραδάκι, καθώς ο ήλιος πήγαινε να δύσει, ο κακόμοιρος ο διάβολος είχε ζεσταθεί τόσο πολύ που του ‘χε κοκκινίσει η τρίχα. Τα μάτια του είχαν πεταχτεί έξω απ’ το κεφάλι, και η γλώσσα του είχε ξεραθεί σαν το κάρβουνο.
Σταμάτα, Ριχάρδε, αναφωνούσε ώρες-ώρες, με μια φωνή εξαντλημένη, σταμάτα!... Ξεγοφιάστηκα
Ο Ριχάρδος, όμως, άρχισε να παίζει ακόμη περισσότερο, και ο διάβολος χόρευε παρά τη θέλησή του. Στο τέλος, αφού πια δεν μπορούσε άλλο, ο διάβολος λέει στον Ριχάρδο:
-         Αν σταματήσεις να παίζεις, θα σου αφήσω και πάλι τη γυναίκα σου για έναν χρόνο και μιαν ημέρα.
-         Καλώς, λέει ο τσαγκάρης, και κρέμασε πάλι το βιολί του, ενώ ο διάβολος, ξεψυχισμένος, σκούπιζε τις χειλάρες του.
  Σαν επέστρεφε στους αδερφούς του, εκείνοι τον είδαν από μακριά, κι αυτός που πονούσε στα πισινά άρχισε να φωνάζει με όλη του τη δύναμη:
-         Πάω στοίχημα ότι έκατσες, έτσι;…
-         Καθόλου…
-         Και τι έκανες τότε δώδεκα μέρες, ρώτησε ο μεγαλύτερος.
-         Μη μου μιλάτε! Δώδεκα μέρες τώρα χορεύω! Αυτός ο Ριχάρδος είναι διαολεμένος άνθρωπος.
-         Αίσχος! Είστε κότες βρεγμένες, αναφώνησε τότε ο πιο μεγάλος κάνοντας μια κίνηση περιφρόνησης. Την άλλη φορά θα πάω εγώ να πάρω τη Ριχάρδαινα, και τότε θα δούμε αν θα μου βγει από πάνω αυτός ο παλιοτσαγκάρης.


Les trois diables
Paul Stevens

© Μετάφραση από τα Γαλλικά τού Κεμπέκ:
Δημήτρης Αναγνωστόπουλος
Peinture
Rivière Athabaska, montagnes Rocheuses
William George Richardson Hind
Vers 1863, 19e siècle
22.6 x 31.3 cm
Don de Mr. David Ross McCord
M469
© Musée McCord

2 σχόλια:

marios104 είπε...

χαχα...great!

Sweet truth! είπε...

Καλά ήμουν σίγουρη!!
Πολύ ωραίο είναι!!!
:)