Οι τρεις διαβόλοι (Τρίτο μέρος)



Τίποτα στον κόσμο δε μας τρομάζει περισσότερο από τον χρόνο, κι όμως κυλάει γρηγορότερα από καθετί.
Σε έναν χρόνο και μιαν ημέρα, ο διάβολος που δεν είχε ξεχάσει καθόλου τη γυναίκα του τσαγκάρη, πήγε μεμιάς στο σπίτι του Ριχάρδου. Για δες, είπε ο φουκαράς μόλις τον είδε, να κι ένα καινούργιο πρόσωπο
-         Ποιος είσαι εσύ;… ρώτησε με έναν κάπως απότομο τόνο τον επισκέπτη που αλώνιζε, άνετος, το δωμάτιο από τη μια μεριά στην άλλη, λες κι είχε γίνει ξαφνικά εκείνος ο κύρης του σπιτιού.
-         Είμαι ο διάβολος, αποκρίθηκε εκείνος, χωρίς να σταματήσει το σεργιάνι του.
-         Και τι θέλεις εδώ;…
-         Ήρθα να πάρω τη γυναίκα σου.
-         Α, ήρθες να πάρεις τη γυναίκα μου. Πάρ’ τη… Θα μου κάνεις μεγάλη εξυπηρέτηση! Εμπρός… Για την ώρα, είναι ξαπλωμένη. Δεν μπορεί, η δύστυχή! Ένα χρόνο τώρα, δεν ξεμέθυσε ούτε μια ωρίτσα,… μα κάθισε λιγάκι.
Ο διάβολος, δίχως πολλά παρακάλια, έκατσε πάνω στο σκαμνί που σας έλεγα προηγουμένως.
Με το που έκατσε καλά-καλά, ο Ριχάρδος είπε στον διάβολο:
-         Ορίστε… Η γυναίκα μου είναι αυτή που βήχει. Δε θ’ αργήσει να σηκωθεί. Άντε λοιπόν να την πάρεις…
Όμως, παρόλο που ο διάβολος έκανε πρωτοφανείς προσπάθειες να ξανασταθεί όρθιος, παρόλο που πάλευε σα να ‘χε πέσει στον αγιασμό, παρέμενε καρφωμένος πάνω στο σκαμνί.
Ο Ριχάρδος, βλέποντας τις συσπάσεις και τους φριχτούς μορφασμούς του καταραμένου, γελούσε πίσω απ’ τα γένια του, ενώ η γυναίκα του, με μισάνοιχτη την πόρτα του δωματίου της, φώναζε στον άντρα της με φωνή βραχνή και γεμάτη λυγμούς:
-         Κράτα τον καλά, Ριχάρδε! Κράτα τον καλά, άντρα μου! Κράτα τον όπως του πρέπει… Μην τον αφήσεις, καλέ μου αντρούλη!… Σε βεβαιώνω ότι δε θα ξαναπιώ.
Ο Ριχάρδος κράτησε έτσι καθιστό τον διάβολο για εννέα μέρες.
Στο τέλος, ο ταλαίπωρος είχε τρανταχτεί τόσο πολύ που δεν του μένανε πια πισινά. Ηττημένος από τον πόνο, λέει στον Ριχάρδο:
-         Κοίτα, αν με ελευθερώσεις, θα σου αφήσω και πάλι τη γυναίκα σου για έναν χρόνο και μιαν ημέρα.
-         Καλώς, λέει ο Ριχάρδος, σήκω. Καλό ταξίδι και χαρά μου να μη σε ξαναδώ.


*
*    *


Πρέπει να ξέρετε, αγαπητοί μου αναγνώστες, ότι ο διάβολος που είχε αγοράσει την ψυχή της Ριχάρδαινας είχε δύο αδερφούς. Τα δυο του αδέρφια μαζί μ’ εκείνον μάς κάνουν τρεις: τρία αδέρφια ή τρεις διαβόλοι, όπως επιθυμείτε.
            Με το που γύρισε στην κόλαση, κουτσαίνοντας από τον πόνο που είχε (ξέρετε εσείς πού), τα δυο του αδέρφια άλλο δεν είχαν από το να τον ρωτήσουν τι έκανε τόσον πολύ καιρό που έλειπε.
-         Τι έκανα… αποκρίθηκε θλιβερά ο διάβολος, από τότε που έφυγα έμεινα καθισμένος πάνω σ’ ένα σκαμνί, και βάλθηκε να διηγείται με κάθε λεπτομέρεια την αξιοθρήνητη περιήγησή του.
-         Δεν είναι τίποτα, αδερφούλη, είπε τότε ο ένας από τους δυο διαβόλους, άντε να γιάνεις. Δε μας λείπουν οι γιατροί εδώ πέρα. Την επόμενη φορά θα πάω εγώ να πάρω τη Ριχάρδαινα, στον λόγο της διαβολικής μου τιμής! Να ‘σαι βέβαιος ότι δε θα μου γλιτώσει.  



Les trois diables
Paul Stevens

© Μετάφραση από τα Γαλλικά τού Κεμπέκ:
Δημήτρης Αναγνωστόπουλος
Photo credits
Dessin - esquisse
Intérieur d'une écurie
John Henry Walker (1831-1899)
1850-1885, 19e siècle
15 x 16 cm
M991X.5.463
© Musée McCord

2 σχόλια:

Sweet truth! είπε...

Φοβερή η συνέχεια!
Αρχίζω βέβαια να υποψιάζομαι τι θα συμβεί στη συνέχεια αλλά περιμένω.

marios104 είπε...

Νομίζω βρήκες ένα εξαιρετικό θέμα για αναρτήσεις, συνέχισε έτσι :-)